Το 1970 ο δάσκαλος του σχολείου του Λιβαδοχωρίου, Αθανάσιος Τσιατσιάβας, κατέγραψε την παλιά γεωργική ζωή του χωριού: πώς όργωναν, έσπερναν, θέριζαν και αλώνιζαν οι κάτοικοί του, με τα τραγούδια που τους συντρόφευαν στη δουλειά. Το κείμενο είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα της εποχής και το παρουσιάζουμε εδώ όπως ακριβώς γράφτηκε, ως ένα ζωντανό ντοκουμέντο της ζωής του τόπου μας.
Δείτε το πρωτότυπο PDF Κατέβασμα
Από την ορεινή Ελλάδα
Το χωριό
Πρὶν ἀρχίσουμε νὰ ἐκθέτουμε τὴ γεωργικὴ ζωὴ τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ, θεωρήσαμε σκόπιμο νὰ γράψουμε λίγα γιὰ τὸ χωριό, γιατὶ ἀξίζει νὰ γνωρίσουμε, ἔστω καὶ μὲ τὴν ἀνάγνωσι, ἕνα ἀπ᾽ τὰ πολλὰ ὀρεινὰ χωριὰ τῆς θρυλικῆς Πίνδου. ῎Ας ἀφήσουμε, λοιπόν, τὴ φαντασία μας ν᾽ ἀνεβῆ γρήγορα 50 χιλόμετρα περίπου πάνω ἀπ᾽ τὴν Πύλη (Πόρτα) Τρικάλων καὶ ἀφοῦ, σκαρφαλώνοντας, περάση τὶς πρῶτες πανύψηλες βουνοκορφὲς τῆς ξακουστῆς Πίνδου, ἂς τὴν ἀφήσουμε νὰ ξεκουραστῆ, γιὰ λίγο, σὲ μιὰ ἀπ᾽ τὶς χιλιοτραγουδισμένες πλαγιές της, γιατὶ ἐκεῖ θὰ ᾽δοῦμε καὶ θὰ μάθουμε πολλά, ἀφοῦ ἡ σκουριὰ τοῦ χρόνου δὲ τὰ χάλασε ἀκόμα.
Ἡ ὄμορφη καὶ καταπράσινη πλαγιὰ θὰ μᾶς δεχτῆ χαρούμενα καὶ τὰ πανύψηλα δέντρα της—ἔλατα καὶ ὀξυὲς—μαζὶ μὲ τοὺς ἀγαπημὲνους συντρόφους τους—τ᾽ ἀηδόνια—πρόθυμα θὰ προσφερθοῦν νὰ μᾶς ξεναγήσουν στὸ φιλόξενο τόπο τους. ῎Ας ἀκούσουμε, λοιπόν, τοὺς ξεναγοὺς μας καὶ ἂς μοιραστοῦμε τὴ χαρά τους, τὴ γιομάτη ἀπὸ τ᾽ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τῆς ἐξοχῆς.
Πράγματι βρισκόμαστε σὲ μιὰ πλαγιὰ τῶν αἱματοποτισμένων καὶ κακοτράχηλων βουνῶν τῆς Πίνδου. Στὸ μέσο τῆς πλαγιᾶς αὐτῆς εἶναι κουρνιασμένο—σὰν ἀετοφωλιά—ἕνα χωριό, τὸ Λιβαδοχώρι (Γκιόνθι) Τρικάλων. Ἕνα χωριὸ ὄμορφο, ποὺ μὲ τὰ στενὰ δρομάκια καὶ τὰ φιδίσια λαγκάδια του, γοητεύει, ἀπ᾽ τὴ πρώτη στιγμὴ κιόλας, κάθε ἐπισκέπτη. ᾿Αλήθεια κάθε ξένος, πατῶντας ἐδῶ, νοιώθει μιὰ ἰδιαίτερη ξεκούρασι, ἡ δὲ ἀπολαυστικὴ εἰκόνα τῆς φύσεως, ποὺ ἁπλώνεται γύρω του, μαζὶ μὲ τὸ ὑψόμετρον τοῦ τόπου (1.150 μέτρα περίπου) τὸν φέρουν πιὸ κοντὰ στὸ Θεὸ κι᾽ ἔτσι δὲν δυσκολεύονται καθόλου τὰ χείλη του νὰ προφέρουν τὸ: «Μέγας εἶ Κύριε καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα Σου...».
Πάνω ἀπ᾿ τὸ χωριό, στὴ κορφὴ τῆς πλαγιᾶς φαντάζει τὸ ὄμορφο δάσος μὲ τὰ πολλὰ ἔλατα, μὲ τὰ γλυκόλαλα ἀηδόνια καὶ τὶς κρύες βρύσες. Χρόνια καὶ χρόνια κάθεται ἐκεῖ ψηλὰ σὰν ἀρχαῖο φρούριο, καὶ πρόθυμα διηγεῖται σὲ κάθε περαστικὸ τὴν ἱστορία τοῦ τόπου. Πιὸ πέρα ὀρθώνεται μιὰ ψηλὴ γυμνὴ κορφή, «τὸ Αὐγό» (ὑψόμετρο 2.400 μέτρα περίπου), ποὺ δέχεται καὶ διαλαλεῖ πρώτη σ᾽ ὅλη τὴ περιοχὴ τὰ μηνύματα τῆς βαρυχειμωνιᾶς. ῎Αν μιὰ ἡλιόλουστη καλοκαιρινὴ μέρα βρεθῆς ἐκεῖ, πολὺ πρωΐ, δὲν θὰ δυσκολευτῆς νὰ καμαρώσης τὸν χρυσαφένιο κάμπο τῶν Τρικάλων, ποὺ ἁπλώνεται μακριά, ἀλλὰ φανταχτερὰ καὶ ὑπερήφανα, γιὰ τὴ πλούσια σοδειὰ ποὺ χαρίζει στοὺς Καραγκούνηδες.
Λίγο πιὸ κάτω ἀπ᾽ τὴ μύτη τοῦ «Αὐγοῦ» καὶ μέσα ἀπ᾿ τὰ σωθικά του ξεπετιέται μπόλικο καθάριο νερό, ἡ «Γκούρα». Αὐτὸ κατηφορίζει μουρμουριστά, λὲς καὶ διηγεῖται τὴν ἱστορία του, καὶ ἀφοῦ ἁπαλὰ κι᾽ ἀνάλαφρα χαϊδέψη τὰ πόδια τῆς πλαγιᾶς καὶ ἑνωθῆ μὲ ἄλλα μικρὰ ρέματα, θὰ πέση θριαμβευτικὰ στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ᾿Ασπροπόταμου (Ἀχελώου), γιὰ τὸ ὡραῖο ταξίδι πρὸς τὸ Ἰόνιο Πέλαγος. Δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ξεχάσουμε καὶ τὶς ὄμορφες νεράϊδες του, τὶς νοστιμότατες πέστροφες, ποὺ μὲ τὶς ὑπερήφανες ἐπιδείξεις καὶ τὰ ἀπότομα βουτήγματα χαρίζουν σὲ κάθε διαβάτη στιγμὲς γαλήνης καὶ ξεγνοιασιᾶς.
Σ᾽ αὐτὴ τὴν ὀνειρώδη τοποθεσία ζοῦν περίπου 350 ἄνθρωποι, ὅλοι τους καλόκαρδοι, φιλόξενοι καὶ προοδευτικοί. Τὰ σπίτια τους εἶναι χτισμένα μὲ πέτρα καὶ λάσπη καὶ σκεπασμένα μὲ πλάκες ἢ μὲ τσίγκια. Ἐξωτερικὰ τίποτα τὸ σπουδαῖο καὶ ἐξαιρετικὸ δὲν παρουσιάζουν, γιατὶ πάνω στὴ φάτσα τους, ἔχουν στρογγυλοκαθήσει τ᾽ ἀχνάρια τοῦ γοργόφτερου χρόνου κι᾽ ἔτσι ἔσβησε κάθε γλυκὸ κι᾽ ὡραῖο.
Ἡ ἐξωτερική τους ὅμως φτώχεια ἀναπληρώνεται μὲ τὸ ταπεινό, ἀλλὰ καθαρὸ καὶ ἀρκετὰ περιποιημένο ἐσωτερικό στόλισμα. Τὸ ἄνοιγμα τῆς ἐξώπορτας μᾶς φέρνει μπροστὰ σ᾽ ἕνα ἁπλὸ καὶ εὐχάριστο γιὰ διαμονὴ χῶρο. Τὸ δὲ δωμάτιο τῆς ὑποδοχῆς, στρωμένο μὲ πολύχρωμα καὶ φανταχτερὰ χαλιά, ποὺ οἱ ἴδιες οἱ κοπέλλες ὑφαίνουν στὸν ἀργαλειό, – ὅπως τραγούδησε ὁ Κώστας Κρυστάλλης μὲ τοὺς στίχους:
«Η Ζερβοπούλα ἡ ὄμορφη κι᾽ ἀρχοντοθυγατέρα
στὸν ἀργαλειὸ της ὕφαινε κι᾽ ἀνάρια έτραγουδοῦσε:
Παῖξε, ἀργαλειὲ μου, βρόντησε... Πέτα χρυσῆ σαΐτα,
τρίξτε καϋμὲνα χτὲνια μου, βαστᾶτε τὸν ἠχό μου,
νὰ βγοῦν τὰ ὑφάδια γλήγορα, νὰ ράψω τὰ προικιά μου,
γιατ᾽ ὁ καλὸς μου βιάζεται, βιάζεται νὰ μὲ πάρει».
Εἶναι ἕτοιμο κάθε στιγμὴ νὰ δεχτῆ τὸν κουρασμένο ἐπισκέπτη, γιὰ νὰ τοῦ χαρίση ἀρκετὴ ζεστασιὰ τὸν χειμῶνα καὶ κρύο νεράκι τὸ καλοκαίρι. ᾿Αξίζει νὰ σημειωθῆ ὅτι ἡ φιλοξενία ἐδῶ εἶναι μιὰ ἱερὴ πατροπαράδοτη κληρονομιά.
Οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ εἶναι γεωργοὶ καὶ κτηνοτρόφοι. Κύρια σημερινά γεωργικὰ προϊόντα εἶναι τὸ καλαμπόκι, τὰ φασόλια καὶ οἱ πατάτες. Δέκα πέντε περίπου χρόνια ἔχουν νὰ σπείρουν σιτάρι καὶ κριθάρι. Ὅ,τι σχετικὸ μὲ τὴ σπορά, τὸν θερισμὸ καὶ τὸν ἁλωνισμὸ τοῦ σιταριοῦ, ποὺ θὰ ἐπακολουθήση, θ᾽ ἀφορᾶ τὴν πρὸ τοῦ 1955 καλλιεργητικὴ περίοδο καὶ ἰδιαίτερα τὴν πρὸ τοῦ 1920.
Η σπορά
Μόλις ἔμπαινε ὁ ῞Αϊ-Δημήτρης νέο χρῶμα ἔπαιρνε ἡ ζωὴ τοῦ χωριοῦ. Ἄρχιζε ἡ προετοιμασία γιὰ τὴ σπορά. Ἔπρεπε νωρὶς νὰ φροντίσουν γιὰ τὸ ὑνὶ τοῦ Ἡσιόδου, δηλαδὴ τ᾽ ἀλέτρι, καὶ γιὰ τἄλλα ἐργαλεῖα τῆς σπορᾶς. Γιὰ νὰ διορθωθοῦν αὐτὰ ἔπρεπε ὁ γεωργὸς νὰ τὰ πάη στὴν Πύλη – μιὰ μέρα μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χωριό – γιατὶ θὰ «πάαινε» μὲ τὰ πόδια ἢ μὲ τὸ ζῶο, ἀφοῦ δρόμος δὲν ὑπῆρχε γιὰ νὰ ᾽ρθῆ, ἔστω κι᾿ ἕνα φορτηγὸ αὐτοκίνητο, κι᾿ αὐτὸ μέχρι τὸ Βαθύρρευμα (διπλανὸ χωριό). Ὅ,τι σιδερικὸ εἶχε, ὅπως τὸ ὑνὶ ἀπ᾽ τὸ ξυλάλετρο, τὸ παπουτσάϋνο – τὴν τσάπα καὶ τὸν κασμά, αὐτὸ θὰ «πάαινε» στὴν Πύλη γιὰ φκιάσιμο.
Δὲν ἦταν βέβαια ἀνάγκη νὰ πᾶνε ὅλοι κάτω. Ἀρκοῦσαν λίγοι γιὰ νὰ ξυπηρετήσουν ὅλους, γιατί, μέχρι σήμερα ἀκόμα, ἡ ἀλληλοβοήθεια εἶναι γι᾽ αὐτοὺς μιὰ μεγάλη ἀρετή. ᾿Αλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι ποὺ μένανε στὸ χωριὸ δὲ κάθονταν. Μὲ τὸ τσεκούρι, τὸ σκεπάρι, τὸ πριόνι καὶ τὸ ξυλοφάϊ θὰ συμμόρφωναν τὸ ξυλάλετρο καὶ τὸν ζυγό, θὰ πελεκοῦσαν καὶ θὰ ὀμορφόξυναν τὶς ζεῦλες καὶ θὰ ἑτοίμαζαν τὰ στειλιάρια γιὰ τὶς τσάπες καὶ τοὺς κασμάδες.
Ἔτσι περνοῦσαν οἱ πρῶτες μέρες τοῦ Ἅϊ-Δημήτρη. Στὸ μεταξὺ θὰ ᾽χαν πέσει οἱ πρῶτες βροχές, γιατὶ στὰ βουνὰ πάντοτε πέφτουν γρήγορα. Μετὰ ἀπ᾽ τὶς χορταστικὲς αὐτὲς βροχὲς ἄρχιζε τὸ πανηγύρι.
Ὅλοι τότε στὰ χωράφια τους. Καὶ τὶ χωράφια!! Στὶς γύρω πλαγιὲς ἔξω ἀπ᾽ τὸ χωριὸ κάπου θἆταν κάποια λάκκα κι᾿ ἐκεῖ ἔρριχναν, μαζὶ μὲ τὸν ἱδρῶτα τους, τὸ στάρι μὲ τὴν πίστι ὅτι θὰ ᾽ρχόταν καιρὸς ποὺ θὰ θέριζαν τὰ ὁλόξανθα στάχυα. Καὶ μήπως θἆταν ὅλα δικά τους; Τὸ μισὸ στάρι θὰ τὸ ᾽παιρνε ὁ γαιοκτήμονας, ὁ τσιφλικοῦχος ἀπ᾽ τὴν Πύρρα (γειτονικὸ χωριό), γιατὶ τὰ χωράφια δὲν ἦταν δικά τους. ῎Ας εἶναι...
Μ᾽ ὅλα τὰ κακά, δούλευαν σκληρὰ καὶ μὲ ὄρεξι. Καὶ ἄλλα ἐμπόδια περίμεναν τὸν γεωργό, τὰ βὸδια. Οἱ περισσότεροι εἶχαν μόνο ἕνα βὸδι καὶ γιὰ τὴ σπορὰ χρειάζονταν δυὸ βὸδια. Σ᾽ αὐτὸ ὅμως ἔδιναν μόνοι τους τὴ λύσι. Δυὸ οἰκογένειες, ποὺ ᾽χαν ἀπὸ ἕνα βὸδι, «συμπρεύανε» (κάνανε παρέα) καὶ μαζὶ ὤργωναν κι᾽ ἔσπερναν τὰ χωράφια τους. Ἔτσι ὅσο κρατοῦσε τὸ ὄργωμα, τὸ χωριό – ποὺ ᾽ταν καὶ μικρὸ – ἐρήμωνε.
Πρὶν ἀκόμα καλοξημερώσει, οἱ δουλευτάδες μὲ τὰ γερὰ μπράτσα ξεκινοῦσαν γιὰ τὰ χωράφια τους. Τὰ στενὰ δρομάκια καὶ τὸ ἀνώμαλο ἔδαφος, ὑποχρέωνε αὐτοὺς νὰ φορτώνουνται ὅλα τὰ χρειαζούμενα, τὰ ζ᾽ γάλετρα, στὴ πλάτη. Βέβαια κάπου-κάπου τοὺς βοηθοῦσε καὶ ὁ ὑπομονητικὸς γαϊδουράκος. Τὸ χάραμα τῆς μέρας τοὺς ἔβρισκε ἕτοιμους γιὰ ν᾽ ἀρχίσουν τὴ βλογημένη δουλειά.
Ὁ ζευγίτης καὶ νοικοκύρης τοῦ χωραφιοῦ, ἀφοῦ ἔκανε τὸν σταυρό του κι᾽ ἔδωνε τὴν εὐχή: «῎Αϊντε παιδιὰ μ᾽ καλὴ χρονιά», ἄρχιζε πρῶτος τὴ δουλειά. Μὲ τὸ ξυλάλετρο προσπαθοῦσε νὰ σχίση τὴ γὴ βαθιά, ὅσο πιὸ πολὺ μποροῦσαν τὰ καημένα του τὰ βὸδια.
Οἱ νεώτεροι, ἀγόρια καὶ κορίτσια, μὲ τὴ τσάπα καὶ τὸν κασμὰ ἄρχιζαν κι᾿ αὐτοὶ μὲ τὴ σειρὰ τους τὴ δική τους ἐργασία καὶ ἦταν πολλή! Ἔπρεπε νὰ σκάψουν τὶς ἄκρες καὶ τὶς πατουσιές, ὅπου τ᾽ ἀλέτρι δὲν ἔπαιρνε, ἀλλὰ καὶ νὰ σπάσουν τὶς μπλάνες, γιὰ νὰ γίνη τὸ χῶμα ἀφράτο.
Μὲ ὄρεξι καὶ θέλησι ρίχνονταν στὴ δουλειὰ καὶ μόνο τὸ πέταμα καμμιᾶς κουρούνας, ποὺ ᾽ψαχνε πίσω τους γιὰ τὴν τροφή της, μποροῦσε νὰ τραβήξη, καὶ πάλι γιὰ λίγο, τὴν προσοχή τους.
Μὲ τὸ «Ὄου-Ὄου»!! τοῦ ζευγίτη καὶ μὲ τὰ ὡραῖα τραγούδια τῶν νέων, ποὺ ᾽παιρναν σὲ στιγμὲς ξεκουράσεως, τραγούδια ἀγάπης καὶ κλέφτικα, οἱ ὧρες περνοῦσαν γρήγορα καὶ τὸ χωράφι τέλειωνε...
Τ᾽ ἀγόρια γιὰ νὰ δείξουν στὶς μορφονιἐς τὴν ἀντρειοσύνη τους «ἔπιαναν» διάφορα κλέφτικα τραγούδια. Ἕνα ἀπ᾽ τὰ πολλὰ ἦταν καὶ τὸ παρακάτω:
«Οἱ κλέφτες ἀπὸ τ᾽ Ἄγραφα κι᾽ ἁρματωλοὶ τοῦ Βάλτου,
ἀπὸψε μπιρμπερίζονταν στὸ Καρπενήσ᾽ ἀπὸ ᾽ξω.
Ἕνας στὸν ἄλλον ἔλεγε, ἕνας στὸν ἄλλον λέγει..»
᾿Αλλὰ καὶ τὰ κορίτσια πότε γιὰ νὰ φανερώσουν στὸν καλό τους πὼς μένουν πιστὰ στὸν ὅρκο τῆς ἀγάπης καὶ πότε γιὰ νὰ κλάψουν τὴ χαμένη ἀγάπη τους, συμπλήρωναν μελωδικὰ μὲ τὴ γλυκειὰ φωνούλα τους...
«Ἐσεῖς βουνὰ μου πράσινα, βουνὰ μου χιονισμὲνα,
μὴν εἴδατε τὸν ἀρνητὴ, τὸν ψεύτη τῆς ἀγάπης;
Σὰν μὲ φιλοῦσε κι᾿ ἔλεγε ἀγάπη δὲν ἀρνιὲμαι,
καὶ τώρα μ᾽ ἀπαρνήθηκε σὰν καλαμιὰ στὸν κάμπο!
Σε τὶ ταβέρνες τρώει ψωμί, σέ τὶ ταβέρνες πίνει;....»
Μὲ τέτοια τραγούδια περνοῦσε ἡ ὥρα καὶ τὸ γιόμα ζύγωνε καὶ τότε ἔφθανε ἡ νοικοκυρὰ μὲ τὸ «κούτσ᾽κο» της φορτωμένο στὴ πλάτη, κρατῶντας στὸ ᾽να χέρι τὸν τρουβὰ μὲ τὴν ἀχνηστὴ μπουμποτίσια σταχτόκλουρα καὶ στ᾽ ἄλλο τὸ κακάβ᾽ μὲ τὰ ζεστὰ φασούλια. Ἔφερνε τὸ φαΐ στοὺς ἄξιους ἐργάτες τῆς γῆς.
Ὅταν τέλειωνε τὸ ὄργωμα τῆς λάκκας αὐτῆς, κι᾿ ἄν ὁ ἥλιος βαστοῦσε ἀκόμα, ὁ γεροντότερος, μὲ τὴ πεῖρα του καὶ μὲ τὰ ἀργὰ βήματα χούφτιαζε τὸ σπόρο ἀπ᾽ τὸν τρουβὰ και τὸν σκορποῦσε μὲ μεγάλη τέχνη.
Γιὰ τὰ βὸδια μιὰ μικρὴ ἀνάπαυλα ἦταν ἀπαραίτητη γιὰ νὰ «ξανασάνουν» λίγο καὶ ν᾽ ἁρπάξουν δυὸ χαψές ροκιὰ (καλαμποκιάς), γιατὶ ἀμέσως τὰ περίμενε ἡ ξύλινη σβάρνα.
Κι᾽ ὅταν μὲ τὸ καλὸ σχολοῦσε ἡ σπορά, τότε ὁ νοικοκύρης ποὺ ᾽σπερνε, ἔπιανε μὲ προσοχὴ τὸν τρουβὰ μὲ τὸ δεξί του χέρι καὶ τὸν πετοῦσε μακριά. ῎Αν τὸ πάνω μέρος τοῦ τρουβᾶ (τὸ ἄνοιγμα) ἔπεφτε σὲ ὕψωμα τὸ πρόσωπο τοῦ νοικοκύρη χαμογελοῦσε, γιατὶ τοῦτο φανέρωνε ὅτι τὸ ἐρχόμενο καλοκαίρι θὰ γέμιζαν τὰ σακκιὰ ἀπὸ σοδειά. ῎Αν ὅμως τύχαινε νὰ πέση σὲ καμμιὰ γούρνα τοῦ χωραφιοῦ, τότε μιὰ στενοχώρια σκέπαζε τὸ πρόσωπὸ του, γιατὶ τὰ χωράφια, κατὰ τὸ δείξιμο τοῦ τρουβᾶ, δὲ θά ᾽διναν καρπό. ᾿Αλλὰ καὶ τότε δὲν ἔχανε τὶς ἐλπίδες του, γιατὶ τὶς στήριζε στὴ παντοδυναμία τοῦ Παναγάθου Θεοῦ. Αὐτὸ ἐξ᾽ ἄλλου φανέρωνε ἡ εὐχὴ ποὺ ἀμέσως ἀκολουθοῦσε: «Ἄϊντε χωραφάκια μ᾽ χίλια σταμπόλια νὰ δῶστε».
Μέρες πολλὲς βαστοῦσε τ᾽ ὄργωμα κι᾽ ἡ σπορά, ὄχι γιατὶ εἶχαν πολλὰ χωράφια, ἀλλὰ γιατὶ πάντοτε στὶς λάκκες ἦταν δύσκολη ἡ δουλειά. Πάντως πρὶν βγῆ ὁ Χαμένος (Νοέμβριος) ἦταν ὅλοι ἕτοιμοι καὶ οἱ πάγοι καὶ κάπου-κάπου τὰ πρόωρα χιόνια τοὺς ἔβρισκαν νὰ κάθουνται κοντὰ στὸ τζάκι μὲ τὰ χοντρὰ κούτσουρα, δίπλα στὶς κόκκινες φλόγες τοῦ ἔλατου ἢ τῆς ὀξυᾶς κι᾽ ἐκεῖ ἀνακατεύοντας τὰ «κάρβα» (κάρβουνα) νὰ πλάθουν ὄνειρα γιὰ τὸ στάρι ποὺ ᾽πεσε στὴ γῆ.
Καὶ τὸν χειμῶνα ποὺ ᾽πεφταν πολλὲς βροχὲς καὶ ἀρκετὰ χιόνια, ὁ γεωργὸς εἶχε τὴν ἔγνοιὰ του. Πρόσεχε μήπως καμμιὰ ἀπότομη βροχὴ τοῦ ᾽παιρνε τὸ χῶμα ἀπ᾽ τὸ χωράφι κι᾽ ἔτσι θὰ ξεσκέπαζε τὸν σπόρο. ᾿Ακόμα δὲ πρόσεχε νὰ μὴ μαζευθοῦν πολλὰ νερὰ μαζὶ σὲ καμμιὰ μεριά, γιατὶ αὐτὰ θὰ «᾽κοβαν τὸ στάρι».
Ὅταν τὰ χιόνια ἄφηναν, μὲ τὸ λυώσιμό τους, νὰ φανῆ ἡ βαθυπράσινη φορεσιὰ τοῦ σταριοῦ, ὁ γεωργὸς περνοῦσε τακτικὰ ἀπ᾽ τὰ χωράφια του, γιὰ νὰ καμαρώση τὴν ἀνάπτυξί του ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ τὸ βοτανίση. Μ᾽ ἕνα μαχαιράκι ἢ σουγιὰ ἔκοβε τὸ ἀγκάθι ἢ τὴ φτέρη ποὺ ᾽ταν ἀνάμεσα στὸ στάρι καὶ πάσχιζαν νὰ σταματήσουν τὸ μέστωμὰ του. Τίποτε δὲν ἄφηνε μέσα στὸν ἀγαπημένο του... θησαυρό. Τὸν ἤθελε νὰ εἶναι καθαρὸς καὶ ἀνόθευτος. Αὐτὸ βαστοῦσε πολύ, γιατὶ ὁ θερισμὸς ἀργοῦσε νὰ ᾽ρθῆ ἐδῶ πάνω στὶς βουνοκορφὲς κι᾽ ἔτσι ὁ γεωργὸς εἶχε καιρὸ γιὰ νὰ πλάση πολλὰ καὶ διάφορα ἀνοιξιάτικα ὄνειρα, γιὰ τὴ καινούργια σοδειά...
Ο θερισμός
Στ᾽ ἀλήθεια ἀργοῦσε κάπως ν᾽ ἀρχίση ὁ θερισμός. Ἔλειπε, βλέπετε, ἡ ζέστη τοῦ κάμπου, καί τὸ δροσερὸ ἀεράκι τῶν δέντρων δὲν ἄφηνε τὶς καυτὲς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου νὰ στεγνώσουν τὰ στάχυα. Ἔτσι ὁ θερισμὸς «ἀρχνοῦσε» στὶς 25 τ᾽ Ἁλωνάρη (Ἰουλίου) καὶ «σχολοῦσε» στὶς 15 Αὐγούστου περίπου. Κυρίως γινόταν στὶς πρῶτες 15 μέρες τοῦ Αὐγούστου, τότε ποὺ τὸ λαμπερὸ Αὐγουστιάτικο φεγγάρι διασχίζει καμαρωτὰ καὶ ὑπερήφανα τὸν καταγάλανο οὐρανό.
Θὰ πῆτε γιατὶ τότε; Τὴν ἀπάντησι θὰ μᾶς τὴν δώση ὁ γέροντας Τζερεμές, ὁ Μπαρμπα-Γιῶργος, ὅπως μὲ σεβασμὸ ὅλοι οἱ χωριανοὶ τὸν φωνάζουν. Ἄς τὸν ἀκούσουμε:
«Τὶ νὰ σ᾽ ποῦ δάσκαλι. ᾽Μεῖς καρτέργαμαν νὰ βγῆ φιγγάρ᾽ γιατί θέρ᾽ζαμαν τ᾽ νύχτα. Κι᾿ ξὲρ᾽ς γιατί; Τοῦ στὰρ᾽ ἡ ἀγανιὰ ὅπους τ᾽ λέαμαν, ὅντας τὸ ᾽κιγι ὁ ἥλιους τρίβουνταν κι᾿ ἔπιφτι τοῦ σπ᾽ρὶ κάτ᾽ κι᾿ χάνονταν. Κι᾽ ἔτσ᾽ μόλις χαλίπωνι κι δρόσιζι λιγάκ᾽ τότι πέρναμαν τὰ δερπάνια κι᾿ ἀρχνούσαμι νὰ θερίζουμι».
Τὴ νύχτα, λοιπόν, μὲ τὸ φεγγάρι ἢ τὸ πολὺ πρωΐ-πρωΐ, πρὶν ὁ ἥλιος κάψη, τότε μόνο ἔβλεπες θεριστάδες στὰ χωράφια. Μὲ τὸ σούρουπο ξεκινοῦσαν ἕξι-ἕξι, ἑφτὰ-ἑφτὰ καὶ ὀχτώ-ὀχτὼ ἀκόμα ἀπ᾽ τὰ σπίτια τους μ᾽ ὅλα τὰ χρειαζούμενα. Στὸ δρόμο ὅλο γλυκομιλήματα, τραγούδια και γέλοια ἀκούγονταν ἀπ᾽ τὰ μπουλούκια τῶν θεριστάδων καὶ ἰδίως ἀπ᾽ τὰ κορίτσια ποὺ χαίρονταν γιὰ τὴ νέα σοδειά, γιατὶ ἀπ᾽ αὐτὴ θ᾽ ἀγόραζαν τὰ προικιά τους.
Σὲ λίγο ἦταν μέσα στὰ χωράφια τους. Στὴ ρίζα κάποιου ἔλατου ἄφηναν τὰ πράγματά τους, τρουβάδες – τσ᾽κάλια καὶ φ᾽τσέλες, – καὶ ἀφοῦ ὁ νοικοκύρης κάνοντας τὸν σταυρὸ πρόφερνε: «῎Αϊντε καλὸ καρπὸ νὰ δώσ᾽», οἱ γυναῖκες καὶ τὰ κορίτσια καὶ κάπου-κάπου κι᾿ οἱ ἄνδρες, μὲ τὴ γληγοράδα ποὺ τοὺς διέκρινε θέριζαν μὲ τὰ ὀδοντωτὰ δερπάνια τὰ ὁλόχρυσα στάχυα καὶ στὸ διάβα τους ἄφηναν τὶς χεριὲς μιά-μιά. Ξοπίσω πάαιναν οἱ ἄνδρες. Αὐτοὶ μάζευαν τὶς χεριές, ἔδεναν τὰ δεμάτια μὲ δέματα φκιασμένα ἀπὸ καλαμιὲς τοῦ σταριοῦ καὶ τὰ ᾽βαζαν τρία-τρία. Τὰ ᾿φκιαναν τριότες.
Μέσα στὴ γαλήνη τῆς νύχτας, τότε ποὺ καὶ οἱ ἀσταμάτητοι τραγουδισταὶ τῆς φύσεως καὶ ὑμνολόγοι τοῦ Δημιουργοῦ – τὰ πουλιὰ – κοιμόνταν, οἱ μορφονιὲς μὲ τὸ χράπ-χρούπ, χράπα-χρούπα τῶν δερπανιῶν καὶ μὲ τὰ θαυμάσια τραγούδια τους σκόρπιζαν χαρὰ καὶ δημιουργοῦσαν ἀτμόσφαιρα σωστοῦ πανηγυριοῦ στὶς πλαγιὲς καὶ στὶς βουνοκορφές. Στὴν ὄμορφη καὶ ὡραία, αὐτὴ μελωδία τὶς συντρόφευε ὁ τσοπάνος μὲ τὴ γλυκειὰ φλογέρα του, ποὺ πάνω στὶς ψηλὲς κορφὲς βοσκοῦσε τὰ γιδοπρόβατά του. «Ἡ δ᾽λειὰ δ᾽λειὰ καὶ τὸ τραγούδ᾽ τραγούδ᾽....».
Ὅλοι τους προσπαθοῦσαν νὰ τραγουδήσουν ὅσο πιὸ καλὰ μποροῦσαν, γιατὶ τὴν ἄλλη μέρα, ὅλο τὸ χωριὸ θὰ μιλοῦσε γιὰ τὴ καλλίτερη φωνὴ τῆς βραδυᾶς καὶ τότε ὅλοι οἱ ἄλλοι θὰ λέγανε «χίλιες εὐχὲς» γιὰ τὸν τραγουδιστή.
Μὲ τραγούδια αὐτοῦ τοῦ εἴδους ξαναθυμοῦνται τὰ νειᾶτα τους οἱ γεροντότεροι, ὅπως ὁ μερακλῆς Μπαρμπα-Γιῶργος, καὶ μὲ τέτοια τραγούδια, νοσταλγοῦν τὴν παλιὰ ἐκείνη ἐποχή.
Στὴ πρώτη θέσι βρισκόταν τὸ τραγούδι τῆς Μαριγῶς, ὅπως τὸ λέγανε:
«Παίρνω τὸ δερπανάκι μου, γιέμ᾽ καὶ πάω νὰ μάσω στάχυα,
Μαριγώ καὶ μαῦρα μάτια...
Γιὲμ᾽ καὶ φκιάνω τρία δεμάτια,
Μαριγώ καὶ μαῦρα μάτια.
῎Αλλοι τὰ λὲν᾽ Κοντο-Μαριγώ κι᾿ ἄλλοι τὰ λὲν δεμάτια·
γιὲμ᾽ κι᾿ ἄλλοι τὰ λὲν᾽ δεμάτια,
Μαριγὼ καὶ μαῦρα μάτια».
Κι᾿ ὅταν θέλανε νὰ παινέσουν κάποια κοπέλλα τῆς παρέας, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν πειράξουν γιὰ τὸ... κρυφὸ τῆς καρδιᾶς της, ἔπαιρναν τὸ παρακάτω τραγούδι:
«Θερίζει ἡ κόρη μοναχὴ καὶ μοναχὴ τὸ δένει.
Σκύβει νὰ πάρη τὴ χεριὰ καὶ τὴ γεμίζει δάκρυ.
Διαβάτης ξένος πέρασε καὶ τὴν καλημεράει.
Κόρη μου γιατὶ κλαῖς; γιατὶ ἀναστενάζεις;
Τ᾽ν᾽ ἀγάπη μ᾽ ἔχω στὴ ξενιτειὰ τὴν περιμένω νὰ ᾽ρθη...»
Ἀμέσως σὰν ἀπάντησι στοὺς δυὸ τελευταίους στίχους, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μεγαλώση τὸ πείραγμὰ τους, ἔπιαναν σὲ τόνο παραπονιάρικο καὶ θλιμμένο κάπως το:
«Γιὰ βγᾶτε ν᾽ ἀγναντέψουμε τὶς Ἀγραφιωτοποῦλες,
πὼς ροβολὰν᾽ ἀπ᾿ τ᾽ Ἄγραφα μὲ ξύλα φορτωμένες.
Ἄλλη πεινᾶ κι᾿ ἄλλη διψᾶ κι᾿ ἄλλη παντρειὰ γυρεύει.
Καὶ μιὰ κοντὴ μελαχροινή, τῆς Χήρας θυγατέρα,
οὔτε πεινᾶ, οὔτε διψᾶ, οὔτε παντρειὰ γυρεύει,
μὸν᾽ τραγουδοῦσε κι᾿ ἔλεγε, μὸν᾽ τραγουδάει, καὶ λέει:
Τὸ ποιὰ ἔχει ἄντρα στὴ ξενιτειὰ καὶ γυιὸ ξενιτεμένο,
πές τους νὰ μὴν τοὺς καρτεροῦν, νὰ μὴν τοὺς περιμένουν,
ἑξῆντα καράβια βούλιαξαν κι᾿ ἑξῆντα δυὸ καΐκια...»
Ἔτσι σιγὰ-σιγὰ περνοῦσαν οἱ ὧρες τῆς μαυροφόρας νύχτας καὶ ὅταν τὸ ὡρολόγι τοῦ χωριοῦ – ὁ κόκκορας – ἐσήμανε μεσάνυχτα, τότε ὅλοι ἄφηναν τὰ δερπάνια καὶ κάτ᾽ ἀπ᾽ τὴν ἀστροφεγγιά, κάτ᾽ ἀπ᾽ τὰ χαμόγελα τοῦ Αὐγουστιάτικου φεγγαριοῦ, κάθονταν σταυροπόδι καὶ ὀρεξᾶτα, γιὰ τὸ βραδινό τους φαγητό, τὸ δεῖπνο, ποὺ μὲ μεγάλη φροντίδα ἔφκιανε ἡ νοικοκυρά.
῾Ο θερισμὸς συνεχίζονταν καὶ πάλι μετὰ τὸ δεῖπνο ὣς τὸ πρωΐ καὶ μέχρι ὁ ἥλιος ν᾽ ἀνέβαινε μιὰ-δυὸ «τριχιὲς» πάνω ἀπ᾽ τὶς βουνοκορφές. Τότε σταματοῦσαν κι᾿ ἀγάλια-ἀγάλια πάαιναν στὸ σπίτι τους, γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν λίγο, καὶ μὲ τὸ σούρουπο τῆς νέας νύχτας ἄρχιζαν πάλι μὲ τὴν ἴδια χαρὰ τὴ βλογημένη καὶ γιομάτη ἀπ᾿ ὄνειρα δουλειά.
Βαστοῦσε μερικὲς μέρες ἢ καλλίτερα κάμποσες νύχτες ὁ θερισμός. Κι᾿ ὅταν τελείωνε ὁ ἀρχηγὸς τῆς οἰκογένειας, πρὶν ἀφήση τὸ δερπάνι ἀπ᾽ τὰ χέρια του εὐχότανε: «Καὶ τοῦ χρόνου νὰ δώσ᾽ ὁ Θεὸς καλλίτερο καὶ περισσότερο στάρ᾽ς». Ἤταν μιὰ εὐχὴ γιομάτη ἀπὸ ἐλπίδες καὶ ποὺ ᾽δωνε χαρὰ μεγάλη στοὺς ἄλλους, γιατὶ τὰ «φχαριστοῦμε» ἔπεφταν... βροχή.
Μετὰ τὸν θερισμὸ τοὺς περίμενε τ᾽ ἁλῶνι. Ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ μεταφέρουν τὰ δεμάτια. Σὲ κάποια ἄκρη τ᾽ ἁλωνιοῦ ἔφκιαναν τὶς θεμωνιές, τοποθετῶντας τὰ δεμάτια συνταιριαστά τὄνα ψηλὰ στ᾽ ἄλλο. Ἡ μεταφορὰ ὅμως ἦταν πολὺ δύσκολη. Τὰ λαγκάδια καὶ τὰ στενὰ δρομάκια δὲν ἐπέτρεπαν σ᾽ αὐτοὺς νὰ φορτώνουν τὰ ζῶα, γιατὶ χτυπῶντας ἐδῶ-χτυπῶντας ἐκεῖ, θὰ πάαιναν στ᾽ ἁλῶνι μόνο καλαμιές. Κι᾿ ἔτσι ὅλα ξεσποῦσαν στὴν καημένη τὴν πλάτη...!!
Ὅπως ὁ θερισμὸς ἔτσι κι᾿ ἡ μεταφορὰ γινόταν τὴ νύχτα. Μὲ ὁδηγὸ τὸ ὠχρὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, σὰν μυρμήγκια, ποὺ μέσα στὸ λιοπύρι τοῦ καλοκαιριοῦ ἀδιάκοπα μεταφέρουν τὴν τροφή τους στὶς φωλιές, οἱ θεριστάδες πηγαινοέρχονταν μέσα στὰ στενὰ δρομάκια φορτωμένοι.
Σὰν τέλειωναν οἱ θεμωνιές, καὶ γιὰ τὰ ἀνεπάντεχα κακά, ποὺ μποροῦσαν νὰ σβήσουν καὶ ἐξαφανίσουν μὲ μιᾶς τοὺς κόπους καὶ τὰ ὄνειρα, ἔφκιαναν σταυρὸ καμωμένο μὲ στάχυα.
Ἐπειδὴ πολλὲς οἰκογένειες μαζὶ εἶχαν ἕνα ἁλῶνι, δὲν ξεχνοῦσαν νὰ πᾶνε νὰ δέσουν μιὰ χεριὰ ἀπὸ στάρι στὸ στῦλο, ποὺ ἦταν στὴ μέση τ᾽ ἁλωνιοῦ. Αὐτὴ τοὺς ἔδινε τὴν ἀράδα στὸν ἁλωνισμό. Κανένας δὲν μποροῦσε ν᾽ ἀλλάξη τὴ σειρά. Ἄν ὅμως ἕνας, γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο, δὲν ἦταν ἕτοιμος, ὅταν ἡ χεριὰ τοῦ ᾽δινε τὴν ἀράδα, τότε αὐτός, γιὰ νὰ μὴ μένη τ᾽ ἁλῶνι ἀδειανό, τὴν παραχωροῦσε πρόθυμα στὸν ἑπόμενο.
Ο αλωνισμός
Ἡ πρώτη τους φροντίδα ἦταν νὰ ἑτοιμάσουν τ᾽ ἁλῶνι, τὸ χωματάλωνο. Τὸ μέρος αὐτὸ ἦταν διαλεγμένο, γιατὶ ἔπρεπε νὰ τὸ παίρνη ὁ ἀέρας, ἀπαραίτητος γιὰ τὸ λίχνισμα. ᾿Αφοῦ ἰσοπέδωναν καὶ «φουκαλοῦσαν» (σκούπιζαν) καλὰ τὸ μέρος, ἄλειφαν ὅλο τὸ χῶρο μὲ «γελαδοβουνιά» (κοπριὰ ἀγελάδων), καὶ ἄχυρο, ἔτσι ὥστε νὰ μὴ μπερδεύονταν τὸ στάρι μὲ τὸ χῶμα. Ἡ δουλειὰ αὐτὴ γινόταν κάνα δυὸ μέρες πρὶν ἀπ᾿ τὸν ἁλωνισμό. Κι᾽ ὅταν στέγνωνε ἦταν ἕτοιμο νὰ δεχθῆ στὴν ἀγκαλιά του τὰ μεστωμένα στάχυα.
Ἕνα κοντὰ στ᾽ ἄλλο ἔβαζαν τὰ δεμάτια κυκλικὰ καὶ λυμένα γιὰ ν᾽ ἀνακατεύονται καλά, ὅταν τ᾽ ἄλογα θ᾽ ἄρχιζαν τὸ στούμπισμα.
Μὲ τὰ πόδια τῶν ἀλόγων γινόταν ὁ ἁλωνισμός, καὶ μιὰ κι᾿ ὅλοι δὲν εἶχαν ἄλογα ἢ μουλάρια, ἔπαιρναν τοὺς ἁλωνιστάδες καὶ φυσικὰ μὲ πληρωμή. Ἦταν ὑποχρεωμένος ὁ νοικοκύρης νὰ δώση 2 ὀκάδες γιὰ κάθε «σταμπόλι» (ἔνα σταμπόλι, 20 ὀκάδες).
Ὅταν ὁ ἥλιος ἀνέβαινε δυὸ «τριχιές» πάνω, τοῦτο γιὰ ν᾽ ἀγριέψη τὸ στάχυ, τότε ὁ ἁλωνιστὴς ἔβαζε τὰ ζωντανά του μέσα στ᾽ ἁλῶνι καὶ, ἀφοῦ, ἀπ᾽ τὸ στῦλο ποὺ ἦταν στὴ μέση τ᾽ ἁλωνιοῦ, ἔδενε τὸ σχοινὶ ποὺ βαστοῦσε γερὰ δεμένα ἀπ᾽ τὸ λαιμὸ τὰ ζῶα του μὲ θηλιές, ἄρχιζε τ᾽ ἁλώνισμα.
Τὰ πεταλωμένα πόδια τῶν ζώων ἔκοβαν μικρὰ κομμάτια τὰ σιταροκάλαμα, ποὺ γίνονταν ἄχυρο, χειμωνιάτικο φαγητὸ τῶν ζωντανῶν, ἐνῶ ξοπίσω ἀκολουθοῦσε ὁ ἁλωνιστὴς μὲ τὴ «λούρα» στὰ χέρια, γιὰ νὰ σκιάζη κάπου-κάπου τὰ χαϊβάνια ποὺ στρυφογύριζαν ἀκούραστα καὶ ἱδρωμένα κάτου ἀπ᾽ τὴν ἀνυπόφορη, πολλὲς φορές, ζέστα τοῦ καλοκαιριοῦ.
Ἄν ρωτήσετε γιὰ τὸν νοικοκύρη, αὐτὸς δὲν ἔβλεπε τὴν ὥρα ποὺ θὰ τελείωνε ὁ ἁλωνισμὸς γιὰ νὰ ᾽δῆ τὴ σοδειά του. Ὄρθιος, μὲ τὸ ξύλινο δικούλι στὰ χέρια, γυρνοῦσε συνέχεια καὶ πότε μάζευε τὰ στάχυα ποὺ ξεμάκραιναν ἀπ᾽ τ᾽ ἁλῶνι, πότε τὰ ἀνακάτευε γιὰ νὰ κοποῦν καλλίτερα καὶ γρηγορώτερα ἀπ᾽ τὰ πέταλα τῶν ἀλόγων.
Κατὰ τὸ γιόμα καὶ μιὰ λιγόλεπτη ξεκούρασι ἦταν ἀπαραίτητη. Ὁ ἴσκιος τοῦ ἔλατου καὶ ἡ κρύα βρύση περίμεναν νὰ χαρίσουν τὴ δροσιά τους στὰ κουρασμένα καὶ ἱδρωμένα κορμιὰ τῶν δουλευτάδων.
Μὰ καὶ ἡ σκέψι ὅτι ἡ Κυρά – γυναίκα τοῦ γεωργοῦ – θὰ ᾽φερνε μέλι, μιὰ ὁλάκερη πίττα, ἔκαμνε σ᾽ ὅλους νὰ περιμένουν μὲ μιὰ ἰδιαίτερη χαρὰ τὴν ὥρα αὐτή. Σ᾽ αὐτὴ τὴ χαρὰ τοῦ γεωργοῦ ἦταν ἀπαραίτητο τὸ μέλι. Κάθε φαμελιά, τὴ μέρα τοῦ ἁλωνιοῦ «κούρευε» ἕνα μελίσσι κι᾿ ἔφερνε μιὰ πίττα, γιὰ νὰ γλυκάνη λίγο τὸν ἁλωνιστή, τοὺς βοηθούς, ἀλλὰ καὶ κάθε διαβάτη, ποὺ πρόθυμα θὰ προσκαλοῦσε ἡ Κυρὰ ν᾽ ἐπισκεφθῆ τ᾽ ἁλῶνι, κι᾿ ἔτσι εὐχαριστημένοι ὅλοι αὐτοὶ φεύγοντας θὰ ᾿λεγαν πολλὲς εὐχές, γιὰ τὸ καλὸ ξόδεμα καὶ γιὰ μιὰ καλλίτερη καινούργια σοδειά.
Δὲν παρέλειπαν οἱ φιλοξενούμενοι νὰ τραγουδοῦν καὶ κάνα τραγούδι, τραγούδι κεφιοῦ, γιατὶ αὐτὸ μεγάλωνε τὴ χαρὰ τοῦ νοικοκύρη καὶ τῆς Κυρᾶς του. Πάνω στ᾽ ἀστεῖα καὶ στὶς εὐχὲς ἔπαιρναν καὶ τὸ παρακάτω, ποὺ κατὰ κάποιο τρόπο φανέρωνε τη μεγάλη σοδειὰ τοῦ γεωργοῦ...!!!
«Ἀφήνει ὁ Γιάννος τὴ κλεψιὰ καὶ παίρνει τὸ ζευγάρι.
Ἔχει τ᾽ ἁλέτρι κάρινο, τὶς ζεῦλες ἀσημένιες.
Ἁλώνιζε, ξαλώνιζε τρία κουβέλια στάρι.
Τὰ δυὸ τὰ χρώσταγε τὰ ᾽δωσε, τ᾽ ὄνα πάει στὸ μύλο.
Πῆρε τὸ μύλο χάρβαλο καὶ τὸ νερὸ κομμένο.
Ὅσο νὰ βάλη τὸ νερό, νὰ ξαναλέση ὁ μύλος,
ἀπὸ μεριὰ ὁ λύκαρος τοῦ τρώει τὴ γαϊδάρα.
Ὤ!! λελὲ γαϊδάρα μου, ἤσουν καὶ γκαστρωμένη,
θά γέναγες ἀρσενικό, νὰ ζήσουν τὰ παιδιά μου!»
Σὰν ἔφθανε τὸ δειλινὸ καὶ σχολοῦσε τὸ ἁλώνισμα, τότε μάζευαν τὸ στάρι «λαμνό» (σωρὸ) κι᾿ ἄρχιζε μὲ τὸ βραδινὸ δροσαγέρι τὸ λίχνισμα. Μὲ τὸ ξύλινο δικούλι στὴν ἀρχὴ καὶ μὲ τὸ ξυλόφτυαρο ἀργότερα λίχνιζαν τὸ στάρι ποὺ ὁλόξανθο καὶ ἀσημοχρυσαφένιο ἔφκιανε δικὸ του σωρό.
Κοντὰ στοὺς λιχνιστάδες ἡ Κυρὰ μὲ τὴ «φουκαλιά» ἢ μὲ τὴ «μπάτσα» τοῦ ἔλατου, καθάριζε τὰ «λιχνίδια» ὅσα ἔπεφταν στὸ λαμνό.
Ὕστερα μετρημένο μὲ τὸ κουβέλι (ἕνα κουβέλι, 10 ὀκάδες) καὶ βαλμένο μέσα στὰ σακκιὰ τὸ στάρι ἦταν ἕτοιμο γιὰ τὸ σπίτι, ἐνῶ ὁ γεωργὸς στὴν ποσότητα αὐτοῦ προσπαθοῦσε ν᾽ ἀντιζυγίση τοὺς κόπους του καὶ τὶς λαχτάρες του.
Ὅσο γιὰ τὴν Κυρὰ καὶ τὶς κόρες της ὑπῆρχε κι᾿ ἄλλη δουλειά. Στὸ τέλος τοῦ ἁλωνισμοῦ πάντοτε θὰ ᾽μεινε στάρι ἀνακατεμένο μὲ τὰ χοντρὰ ἀπ᾽ τὰ στάχυα τεμάχια – «τὰ πατάλωνα». Ἔπρεπε νὰ πάρουν κι᾿ αὐτὸν τὸν καρπό. Γι᾽ αὐτὸ μὲ τὸ «στουμπόξυλο» κοπάνιζαν καλὰ τὰ πατάλωνα κι᾿ ὕστερα ἢ μὲ τὸ κόσκινο – τὸ δερμόνι – ἤ μὲ τὸ πλύσιμο, τὰ ᾽ριχναν ὅλα μέσα σ᾽ ἕνα καζάνι, ποὺ εἶχε νερό (καὶ τὸ στάρι σὰν βαρύτερο καθόταν στὸν πάτο τοῦ καζανιοῦ), δὲν ἄφηναν νὰ πάη χαμένο οὔτε σπυρὶ ἀπ᾽ τὴ σοδειά τους!!...
Πρὶν ἀκόμα ὁ νοικοκύρης χαρεῖ καλά-καλὰ τὸν καρπὸ τῶν μόχθων του, ἔπρεπε νὰ δώση τὰ χρεωστικά του καὶ πρῶτα-πρῶτα στὸν γαιοκτήμονα, καὶ μάλιστα τὴ μισή παραγωγή! Πόση στενοχώρια δοκίμαζε σὰν ἀντίκρυζε τὸν τσιφλικοῦχο τῆς Πύρρας νὰ ᾽ρχεται μὲ τὰ ζῶα γιὰ νὰ πάρη τὸν ἱδρῶτα του! Τὶ νὰ ᾽κανε ὅμως;…
Ἀπ᾽ τὸ ὑπόλοιπο, τὸ δικό του πιὰ στάρι, εἶχε νὰ δώση στὸν Παπᾶ – τὸ παπαδιάτικο, – στὸν ἀγροφύλακα – τὸ ἀγροφυλακιάτικο, – στὸν ἁλωνιστὴ – τὸ ἁλωνιάτικο –, στὸν τσουμπάνο – τὸ τσουμπανιάτικο –, καὶ στὸν γελαδάρη – τὸ γελαδαριάτικο –. Μετ᾽ ἀπ᾽ αὐτοὺς τοὺς φόρους κάτι θὰ ᾽μενε καὶ γιὰ τὸν γεωργό, κι᾿ εἴθε νὰ γέμιζε τὸ μικρὸ «ἀμπάρι» του!...
Στ᾽ ἁλῶνι ὑπῆρχε ἀκόμα τ᾽ ἄχυρο. Τοῦτο, μὲ «βρυζόμια» ποὺ ᾽ταν δίχτυα φτιαγμένα μὲ λινάρια καὶ μὲ δυὸ μακρουλὰ ξύλα στὶς ἄκρες, μεταφέρετο στὶς ἀχυρῶνες γιὰ νὰ χρησιμεύση ὡς τροφὴ τῶν ζώων.
Ἔτσι τὰ ὄνειρα κι᾿ οἱ λαχτάρες τοῦ γεωργοῦ ἔπαιρναν τέλος καὶ ἡ εὐχὴ γιὰ μιὰ ἀποδοτικώτερη χρονιὰ ἔδινε κουράγιο κι᾿ ἐλπίδα στόν, πάντοτε, κουρασμένο, ἀλλ᾽ ἀνίκητο ἐργάτη τῆς γῆς...
Λιβαδοχώρι, 12/5/1970